γνωμολογικός

γνωμο-λογικός, ή, όν,
A sententious,

τὰς τελευτὰς γ. ποιεῖσθαι Arist.Rh.Al.1439a5

, Demetr.Eloc.9. Adv.

-κῶς TheonProg.5

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γνωμολογικός — sententious masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμολογικός — ή, ό (AM γνωμολογικός, ή, όν) 1. ο σχετικός με τη γνωμολογία 2. ο διανθισμένος με πολλά γνωμικά …   Dictionary of Greek

  • γνωμολογικά — γνωμολογικός sententious neut nom/voc/acc pl γνωμολογικά̱ , γνωμολογικός sententious fem nom/voc/acc dual γνωμολογικά̱ , γνωμολογικός sententious fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμολογικόν — γνωμολογικός sententious masc acc sg γνωμολογικός sententious neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμολογικῆς — γνωμολογικός sententious fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμολογικῇ — γνωμολογικός sententious fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμολογικῶς — γνωμολογικός sententious adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμολογικάς — γνωμολογικά̱ς , γνωμολογικός sententious fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.